• Ουρανία

Ο Στάθης

Κρατούσε συνεχώς τα πόδια του λίγο ανοιχτά, για να στηρίζουν το βαρύ του σώμα. Ήταν ολόκληρος χοντροκομμένος με προεξάρχουσα την κοιλιά του, που φαινόταν σα να έσπρωχνε πιο ψηλά από το συνηθισμένο το στομάχι του.

Φορούσε ένα φαρδύ, ξεχειλωμένο μπλουζάκι, με αγγλικό λογότυπο για μια παντοτινή αγάπη, μια φόρμα πανταλόνι κοντό- έτσι που άφηνε να φαίνονται τα τριχωτά του πόδια πάνω από τους αστραγάλους.

Τα πατούμενά του ήταν ψάθινα με ασύμμετρες τρύπες, ανάλογα με την πίεση που δέχονταν κάθε σημείο από την ευτραφή του σάρκα. Το κεφάλι του ήταν καλά στημένο επάνω σε έναν φαρδύ λαιμό με αραιά μαλλιά στην κορυφή, δυσανάλογα αραιά με τα παχιά του φρύδια και τελείως αταίριαστα με την μικρή του μύτη και το εξ ίσου μικρό του στόμα.

Μπήκε φουριόζος στο τουριστικό λεωφορείο και κάθισε στο πίσω μέρος, μόνος του ταξίδευε. Από όλους εκεί μέσα γνώριζε μόνο τον οδηγό και την ξεναγό που τους συνόδευε. Είχε πάει κι άλλες εκδρομές μαζί τους, χωρίς δική του παρέα πάντα. Τον οδηγό τον ένοιωθε φίλο του, όπως και όλους αυτούς που γνώριζε κατά την διάρκεια των ταξιδιών του. Γίνονταν κάποιου είδους φίλοι του χωρίς διάρκεια, η φιλία τους κρατούσε όσο τον έβλεπαν και τους έβλεπε.

Έπιασε κουβέντα αμέσως με τους γύρω του και μιλούσε δυνατά για να τραβήξει την προσοχή τους στο πρόσωπό του, το είχε πολύ ανάγκη να διηγείται σε όλους την ζωή του στην Γερμανία και τα ανδραγαθήματα ή παθήματά του εκεί.

-Σας παρακαλώ, του είπε η κυρία που καθόταν στο μπροστινό κάθισμα, λίγο πιο σιγά, έχω πονοκέφαλο. Καλά, καλά της είπε, έτσι είναι η φωνή μου και έδειξε κάποια συστολή, δεν ήταν κι αναίσθητος. Κι αμέσως μετά άρχισε να διηγείται, με λίγο μικρότερη ένταση, πως είχε λάβει μέρος σε έναν διαγωνισμό φαγητού, εκεί στην Γερμανία, και είχε βγει πρώτος. Έφαγε μέσα σε ελάχιστο χρόνο εφτά πιάτα με πατάτες και λουκάνικα και ήπιε τρία λίτρα κόκα κόλα. Κι έπιασε το στομάχι του και ρεύτηκε, σα να τα είχε φάει μόλις τώρα.

Κι έπειτα κι έπειτα; τον ρώτησε ο απέναντι κύριος. -Έπειτα έμεινα ξάπλα, ακούνητος για ένα εικοσιτετράωρο, είπε. Κι αμέσως μετά πήρε είδηση μια κοπέλα που καθόταν κι αυτή μόνη της μία θέση πιο μπροστά. Του κίνησε το ενδιαφέρον, της είπε ότι ήταν η τρίτη φορά που πήγαινε στο Πόρτο Χέλι και προσφέρθηκε να της δείξει όλα τα κατατόπια. Κι εκείνη φάνηκε ότι συναίνεσε. Μπέλα την έλεγαν, και της είπε ότι έχει ωραίο όνομα. Ομορφούλα ήταν, λίγο τροφαντή και γαλανομάτα.

Όλη την πίσω σειρά στο λεωφορείο την είχε πιάσει μια πενταμελής οικογένεια. Τα δύο της αγόρια ήταν δέκα και δεκαπέντε χρόνων και το κορίτσι δέκα τρία.

Ο Στάθης στον μικρό, τον Νικολάκη, άρεσε αμέσως πολύ. Τα παιδιά σπίρτα ζωντανά- αντιλήφθηκαν αμέσως την παιδικότητα και την ανεμελιά που. Έπαιζαν με τον Στάθη σαν ίσος προς ίσον και μάλλον στην ουσία αυτό συνέβαινε. Γέλασε ύστερα ικανοποιημένος και χειροκρότησε, μαζί με τους άλλους, τον μικρό που τραγουδούσε θα σπάσω τις ώρες- θα σπάσω τα ρολόγια με όλη την αφέλεια και την δύναμη της ηλικίας του. Όλα θύμιζαν μια λαϊκή γειτονιά που ο ένας πειράζει τον άλλο.

Η κυρία Αγνή σηκώθηκε από την θέση της και πήγε σε μια πιο κοντινή του. Είχε άπλα στο λεωφορείο γιατί κρατούσαν τις αποστάσεις λόγω covid. Της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον και τώρα αντάλλασσαν πληροφορίες, αλλά η όλη κατάσταση ήταν σα να του έπαιρνε συνέντευξη. Της είπε για το χωριό του και για την πόλη που έμενε στην Γερμανία. Έμενε εκεί ένα εξάμηνο κάθε χρόνο και έπρεπε να περνάει από γιατρούς.

Άνοιξε περισσότερο τα μάτια της και τον ρώτησε τι πρόβλημα είχε. Πολλά της είπε και της έδειξε ένα σημάδι πίσω από το αυτί και ένα λίγο πιο κάτω από το αριστερό γόνατο. Από τα σημεία αυτά μπήκαν οι σφαίρες, είπε. Τι λες βρε παιδί μου, πως σε βρήκαν οι σφαίρες; απόρησε εκείνη ακόμα περισσότερο και όλοι γύρω έκαναν ησυχία για να ακούσουν την συνέχεια. Να, εκεί στην δουλειά μου, στο νεκροταφείο, είχαν στήσει ενέδρα κάποιοι Τούρκοι σε μια παρέα Κούρδων που δούλευαν κι αυτοί μαζί μου. Και βρέθηκα, είπε, ανάμεσα στα πυρά, δεν ήξερα από που να ξεφύγω. Οι Κούρδοι, βέβαια, φίλοι μου ήταν, αλλά όχι και να φάω εγώ τις σφαίρες αντί για αυτούς! Και τελικά δεν το γλίτωσα, τις έφαγα, μία στο κεφάλι, μια στο πόδι. Κι ακόμα έχω τη μια σφαίρα μέσα.

Μάλλον αυτή στο κεφάλι συμπλήρωσε ένας κοντινός συνεπιβάτης λίγο περιπαιχτικά. Όχι, όχι! απάντησε, από αυτήν στο πόδι έμεινε ένα κομμάτι. Αλλά και με το κεφάλι έκανα ότι έχω πρόβλημα. Μια έκανα ότι λιποθυμούσα και μια ότι ζαλιζόμουν στο νοσοκομείο που με πήγαν. Και με πίστεψαν οι Γερμαναράδες, χίλια εκατό ευρώ παίρνω σύνταξη και κάνω όλο ταξίδια.

-Βρε τον μπαγάσα σχολίασε κάποιος διπλανός, έξυπνος είναι και δεν του φαίνεται. Το ατύχημα το γύρισε υπέρ του, έπιασε την ευκαιρία από τα μαλλιά! Κι όλοι γέλασαν με κάποιου είδους εθνική υπερηφάνεια για το αίσιο τέλος αυτής της αιματηρής περιπέτειας σε μια ξένη χώρα.


Τι να έκανα, συνέχισε, αλλιώς θα με έβαζαν σε μια χαζή δουλειά να φτιάχνω χαρτοκούτια. Γιατί; τον ρώτησε η Aγνή, η δουλειά σου στο νεκροταφείο καλύτερη ήταν; βεβαίως καλύτερη απάντησε.

Στην αρχή με βάζανε να σκάβω μόνο τους τάφους, αλλά έπειτα εξελίχτηκα. Λίγο είναι να περιποιείσαι τους νεκρούς, να τους ντύνεις, να τους χτενίζεις να τους βάφεις, για να είναι κάπως ευπαρουσίαστοι στους ζωντανούς;

Και δεν έχουν ιδιοτροπίες οι νεκροί, τους φροντίζεις όπως θέλεις εσύ. Και δεν σ'έπιανε ανατριχίλα; τον ρώτησε η Μπέλα. Κρύο πράγμα ο θάνατος. Γέλασε με κάποια περηφάνια. Μικρά παιδιά είμαστε; είπε, από τους νεκρούς ποτέ κανείς δεν έπαθε τίποτα, με τους ζωντανούς την πατάς. Και σε αυτό όλοι συναίνεσαν.

Κι ύστερα συνέχισε να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση. Τρία αδέρφια ήτανε, όλα αγόρια κι αυτός ο μικρότερος. Οι δύο μεγαλύτεροι ήταν παντρεμένοι με παιδιά. Και συ δεν παντρεύτηκες; τον ρώτησε η Αγνή. Δεν έτυχε είπε. Αλλά και γιατί να παντρευτώ; είδα και των αδερφών μου τα χαΐρια! Όλο μαλώνουν. Εγώ μια χαρά είμαι, όπου θέλω πάω. Κι έσφιξε ύστερα τα στενά του, σαν πουλιού, χείλη. Ήταν σα να έβαζε σε όλα, όσα είπε, τελεία με το στόμα.



Μα κι εκείνη δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε να του εξυμνεί τα καλά της παντρειάς. Και είχε ακόμα καιρό να το σκεφτεί του είπε και κοίταξε την Μπέλα απέναντι. Έκαναν μια στάση και κατέβηκαν από το λεωφορείο. Αυτός πήρε το κατόπι την Μπέλα και όλο κάτι της έλεγε και χειρονομούσε. Μερικοί χαμογέλασαν με κάποια ευχαρίστηση. Λες να έβρισκε κι αυτός το τυχερό του σ' αυτό το ταξίδι; ακόμα και ο οδηγός τους κοίταξε με ενδιαφέρον. Ήπιαν τους καφέδες τους τσίμπησαν κάτι και ξανανέβηκαν.

Η κατάσταση μέσα στο λεωφορείο είχε ηρεμήσει και οι περισσότεροι πήραν κι από έναν υπνάκο. Το απογευματάκι θα έφταναν στο Πόρτο Χέλι και θα έκαναν το πρώτο τους μπάνιο. Και οι ώρες περνούσαν, τίποτα κακό δεν προμηνυόταν. Μέχρι την άλλη μέρα το πρωί.

Όλοι τότε είδαν τον Στάθη πολύ αλαφιασμένο με τα μαλλιά του μπερδεμένα και τον οδηγό κι αρχηγό της εκδρομής ιδιαίτερα ενοχλημένο. Ο Στάθης κοντά στο ξημέρωμα έπεσε στο μπάνιο και όπως πιάστηκε άτσαλα και με το μεγάλο του βάρος από την μπανιέρα, την έσπασε.

Από εκείνη την στιγμή η Μπέλα κράτησε κάποιες αποστάσεις απέναντί του και κρύωσε το πράγμα. Και οι υπόλοιποι ήταν λίγο μουδιασμένοι. Μόνο τα παιδιά δεν άλλαξαν στάση.

Βγήκαν το βραδάκι παρέα με τον Στάθη, τους αγόρασε παιχνίδια και ήταν μέσα στην καλή χαρά.


8 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων